Πατησίων 5, Ομόνοια, 10436 Αθήνα
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΜΑΔΡΥΑΔΑ
Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
Παρατηρητήριο Βελανιδιάς
Βρίσκεστε στη σελίδα: Νέα - Άρθρα
05/4/2017 ΙΣΤΟΡΙΟΎΛΑ ΤΟΥ ΤΌΠΟΥ ΤΗΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΆΣ.


 ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

ΤΟ  ΚΛΑΨΟΠΟΎΛΙ  ΤΗΣ ΜΠΡΟΥΚΟΒΝΙΆΣ

 Γεννήθηκα  μέσα στη φρίκη του ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΟΎ πολέμου στο χωριό ΣΚΟΥΡΤΟΥ της επαρχίας τότε Βόνιτσας και Ξηρομέρου του νομού Αιτωλοακαρνανίας στα μέσα του Απρίλη τη χρονιά του 1943. Η γέννηση μου δεν είχε την παιδική αθωότητα που έχει το κάθε μωρό που έρχεται στον κόσμο.  

  Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα μέσα στην φτώχια τον πόνο και στην δυστυχία  και τον περισσότερο καιρό τον περνούσα  ξυπόλυτο και πεινασμένο.  Θυμάμαι πως στα παιδικά μου χρόνια λίγες ήταν οι καλές στιγμές που πέρασα στο φτωχό μας το σπίτι.

  Έτυχε με τον ερχομό μου σε τούτο τον κόσμο και  πριν προλάβω καλά καλά ν’ ανοίξω τα μάτια μου, να βρεθώ κι εγώ μαζί με τους τρομαγμένους συγχωριανούς μου  μέσα σε μια δασώδη και άβατη περιοχή κοντά στην Λίμνη ΟΖΕΡΟ, την “ΜΠΡΟΥΚΟΥΒΝΙΑ”. στην ίδια θέση και κοντά στην όχθη της λίμνης υπάρχει μια σπηλιά η (Μπηριστότρυπα) ιδανική για την προστασία σε όσους θα κατάφευγαν εκεί για να γλυτώσουν  από τους όλμους των ιταλών σε περίπτωση μιας τέτοιας επίθεσης.

  Αιτία του ξεσηκωμού του xωριού μου, ήταν  μια αποτυχημένη προσπάθεια μιας ομάδας Ελλήνων ανταρτών που έγινε εναντίων κάποιων Ιταλικών αυτοκίνητων, στον δρόμο Αστακού Μαχαιράς.  Εκείνη η ενέργεια έγινε λίγες ημέρες μετά το Πάσχα τον Απρίλη του 1943 και μετά από λίγες ημέρες οι Ιταλοί δέχτηκαν  ένα άλλο λυσσαλέο κτύπημα πάλι στον ίδιο δρόμο στη θέση  τσαπουρνιά  απέναντι από τα χωριά ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑ, και ΑΓΡΑΜΠΕΛΟ.Η δεύτερη επιχείρηση των ανταρτών είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν κάποιοι  Ιταλοί, άλλοι να τραυματιστούν και μερικοί  να πιαστούν αιχμάλωτοι.

   Ο φόβος για αντεκδίκηση ανάγκασε τους  κατοίκους του χωριού μου από την πρώτη φορά, να μαζέψουν βιαστικά ότι μπορούσαν από τα υπάρχοντά τους και φύγανε για διάφορα ασφαλή μέρη για να σωθούνε από την οργή των Ιταλών κατακτητών. Οι περισσότεροι συγχωριανοί επέλεξαν τον τόπο της ΜΠΡΟΥΚΟΥΒΝΙΑΣ, σαν το ασφαλέστερο φυσικό καταφύγιο λόγω πυκνής και οργιώδους βλάστησης, που αποτελούσε κατάλληλη περιβαλλοντική κρυψώνα. Το πυκνό δάσος της ΜΠΡΟΥΚΟΥΒΝΙΑΣ και η λίμνη, τους εξασφάλιζαν  σιγουριά , προστασία και παν’ απ’ όλα  άφθονο νερό για τις ανάγκες τους, όσο καιρό θα χρειάζονταν να μείνουν εκεί. Καθάριζαν τον τόπο όπως όπως, και σχημάτιζαν μικρές γειτονιές κατασκευάζοντας με κλαριά πρόχειρα στέγαστρα  τις λεγόμενες πλάτες για να προστατεύονται από τις βροχές και τον αέρα.

                                                                               ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

 

                                                           ΠΕΤΡΟΣ . Κ. ΠΟΛΎΖΟΣ    

                                                                             1

 

 

   Μαζί μ’ εκείνους, και η δική μου φοβισμένη  μάνα  με τον πατέρα και τα’ αδέρφια μου, και στην αγκαλιά της να κουβαλά εμένα, ένα νεογέννητο, αξιοθρήνητο, ασθενικό, κιτρινιάρικο πλάσμα μόλις λίγων ημερών, έτοιμο ν’ αφήσω τον κόσμο, από την πρώτη ημέρα που γεννήθηκα.  Οι άνθρωποι  φοβισμένοι ακόμα και σ’ εκείνο το μέρος, προσπαθούσαν να βάλουν σε κάποια τάξη τα πράματα και οι ποιο ψύχραιμοι δημιούργησαν μια επιτροπή η οποία ανέλαβε πρώτα απ’ όλα τη φροντίδα να διασφαλίσουν την επιβίωση σε όσους είχαν μεγάλη ανάγκη (ιδιαίτερα σε φτωχές οικογένειες, και σε οικογένειες που είχαν πολλά παιδιά, και  να επιβάλουν την τάξη και την ησυχία)για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Ιταλούς.  Γιατί τα νέα που μάθαιναν  κάθε φορά ήταν όλο και ποιο δυσάρεστα για τις προθέσεις εκείνες των Ιταλών.

   Έλεγαν πως θα έκαιγαν όλα τα γύρω χωριά που γειτόνευαν με την περιοχή που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα  και ίσως προβούν και σ’ εκτελέσεις ανθρώπων ακόμα.  Αν κάψουν τα κοντινά χωριά έλεγαν με τρόμο οι συγχωριανοί μας τότε σίγουρα θα έρθει και η δική μας η σειρά και περίμεναν το κάψιμο της ΣΚΟΥΡΤΟΥΣ, γιατί το χωριό μας από το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου φαίνεται πεντακάθαρα και βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την ΜΑΧΑΙΡΑ και την ΜΠΑΜΠΙΝΗ που είχαν μπει κ’ εκείνα τα χωριά στο στόχαστρο των Ιταλών για αντίποινα.

   Εκείνο τον φόβο, βρέθηκα κ’ εγώ εκείνες τις στιγμές να τον μεγαλώσω περισσότερο. Έγινα απειλή για κείνους, γιατί πίστευαν πως κάποια στιγμή αν και βυζανιάρικο,  εγώ θα τους πρόδινα με τα κλάματα που έκανα.   Όσο ασθενικό  κι’ αδύναμο ήμουνα, Άλλο  τόσο, τσίριζα με όση δύναμη είχα, και γλώσσα μέσα μου δεν έβαζα.   Τ’ άκουγε από τις πρώτες ημέρες κι’ ολας κάθε φορά η μάνα από μερικούς συγχωριανούς. <<Τι θα γίνει με δαύτο >>έλεγαν και ξεσπούσαν πάνω της. Θα μας πάρουν χαμπάρι οι Κερατάδες και θα μας ψήσουν ζωντανούς μ’ αυτό τον βρικόλακα που μας έτυχε! Λάρωσέ το καμιά φορά!>>  της φώναζαν με νεύρα.   Και τα φαρμακερά τους λόγια δηλητηρίαζαν την ψυχή της μάνας κι’ ας  ήτανε λεχώνα γυναίκα.

   Το τσιριχτό εκείνο κλάμα μέσα σ’ εκείνη την νεκρική ησυχία, που δεν ήταν δυνατότερο από το κλάμα ενός νεογέννητου κουταβιού για κείνους όμως ακούγονταν δυνατό,  κι’ ακόμα ποιο δυνατό γίνονταν τις νύχτες.  Όλα τα φόβιζε  εκείνο το κλάμα μέσα στην τεράστια έκταση εκείνης της ζούγκλας.  Σώπαιναν από φόβο της νύχτες τ’ ασταμάτητα κρωξίματα των βατραχιών της λίμνης, των αηδονιών το γλυκό τους λάλημα, και των τριζονιών το ερωτικό τραγούδισμα. Φοβόταν και οι κάτοικοι της ΜΠΡΟΥΚΟΥΒΝΙΑΣ μήπως το  παιδικό μου κλάμα θα το έπαιρνε σεργιάνι ο ανοιξιάτικος  αέρας και θα το μετέφερνε παντού όπου υπήρχαν ιταλοί.

                                                                                  ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

                                                                               2

 

                                                                     

 Νόμιζαν πως θα το άκουγαν οι Ιταλοί πιλότοι  στους ουρανούς και θα βομβάρδιζαν με τα αεροπλάνα τους εκείνο τον τόπο.   Πέρα από τη λίμνη, στους μεγάλους δρόμους, θα σταματούσαν, θα το αφουγκραζόταν οι μοτοσικλετιστές, και τα καμιόνια που περνούσαν αδιάκοπα απ’ τα μέρη εκείνα, και όλες οι ιταλικές δυνάμεις της περιοχής θα ρίχνονταν με μανία να λαμπαδιάσουν τη ΜΠΡΟΥΚΟΥΒΝΙΑ και να κάνουν  την περιοχή στάχτες  κι’ αποκαΐδια, και να μην αφήσουν άνθρωπο γ’ άνθρωπο  ζωντανό.

 

   Τι να σου έκανε  η μάνα, της είχε στερέψει το γάλα από τον φόβο, την πείνα, και τις κακουχίες μετά από εκείνο το ξεσπίτωμα.   Δεν ήταν λίγο  να βρεθεί  μέσα σε’ εκείνο τον  άγριο τόπο,  κυνηγημένη σαν τ’ αγρίμι, και να σέρνει ολόκληρη φαμελιά  μαζί της. Τα περισσότερα αδέρφια μου μικρά παιδιά κι’ εκείνα, από δεκατριών χρονών και κάτω, με το ποιο μικρό να είναι μόλις τεσσάρων χρονών, με εξαίρεση την ετεροθαλή αδερφή μου από άλλο γάμο της μάνας που είχε περάσει τα είκοσι της χρόνια. Όλα τους ταλαιπωρημένα και πεινασμένα χωρίς να έχουν κάτι να φάνε, και τα ξεγελούσε με λίγο ξερό ψωμί και με ότι άλλο πρόχειρο που είχε πάρει μαζί της η μάνα.

  Είχε μπει για τα καλά κι’ άνοιξη  και γέμισε ο τόπος από σκορπιούς, και φίδια και τις νύχτες να μη μπορεί να μας ζεστάνει από το κρύο, και την υγρασία  της λίμνης.  Έμενε τα βράδια άγρυπνη να μας προστατεύει από τους κινδύνους της νύχτας, να έχει και’ μένα κάθε λίγο και λιγάκι να ξεσηκώνω τον τόπο από τα κλάματα.

  Για μένα δεν  υπήρχε ο φόβος του πολέμου, ανθρώπινες κακίες, μίση, και θάνατος . Ούτε κι’ εκείνα που τραβούσε η μάνα κι όλη η ανθρωπότητα τότε. Εγώ τότε έδινα τον δικό μου αγώνα, τον αγώνα για την επιβίωση και ήρθα στον κόσμο για να ζήσω. Έδινα εκείνο τον άνισο αγώνα, και προσπαθούσα να τον κερδίσω γαντζωμένο στο βυζί της μάνας με όπλο μου το κλάμα, να μάχομαι με τον χειρότερο αντίπαλο, την πείνα. Στον αγώνα μου εκείνο είχα για σύμμαχο μου την αγάπη της μάνας με τις προσπάθειες  της να με κρατήσει όσο μπορούσε ζωντανό. Μάταια προσπαθούσε  να πιέζει πότε το ένα της στήθος και πότε το άλλο μήπως και κατεβάσει  λίγο μητρικό γάλα.  Όσο κι’ αν άρμεγε  η μάνα τα στεγνά της στήθη σταγόνα γάλα δεν έβγαζαν, έβαζε το στόμα μου στο στήθος της και το πρόσωπο μου αποτραβιόνταν απότομα κι’ έσκουζα.

 

 Έκλαιγε κι η μάνα με το μπλέξιμο που τη βρήκε. Από την μια μεριά ο φόβος της που έβλεπε πως θα πέθαινα από την πείνα, κι’ απ’ την άλλη, η συμπεριφορά κάποιον συγχωριανών που της γέμιζαν την ψυχούλα  της  φαρμάκι. <<Τι να του κάνω  μωρό παιδί είναι >> τους έλεγε με παράπονο κι’ έκλαιγε, << Δεν ξέρουμε τι θα το κάνεις δική σας δουλειά είναι θέλετε σκοτώστε το, πετάξτε το, θέλεις να το πνίξεις με τα ίδια σου τα χέρια, κυρά μου κάντε το. Εμείς να ξεγνοιάσουμε θέλουμε, δεν μπορεί να καούμε όλοι εμείς για τούτο το διάολο που κρατάς στα χέρια σου>>.                                                                                                                      ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

                                                                                  3

 

 

 

  Αυτά ήταν τα λόγια που άκουγε κάθε φορά η μάνα κ’ άλλα ποιο πολλά και ποιο φαρμακερά ακόμα, και το μυαλό της  θόλωνε. Αν δεν είχε τ’ άλλα τα παιδιά  θα είχε  δέσει μια πέτρα στο λαιμό της και θα είχε φουντάρει  μέσα στη λίμνη μαζί μου, όπως μας έλεγε αργότερα όταν μεγαλώσαμε.

  Δεν έφταναν όλα εκείνα, ήρθε κι’ ο πατέρας από κάποιο συμβούλιο που τον είχε καλέσει εκείνη η επιτροπή, το απόγευμα της ίδιας ημέρας που είχαν ξεκινήσει από νωρίς το πρωί  οι Ιταλοί το δολοφονικό τους έργο και καίγανε τη ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑ, τον Πρόδρομο, και τ’ ΑΓΡΑΜΠΕΛΟ. Έτοιμος ήταν να σκάσει από τη στενοχώρια του, και της ανακοίνωσε την εφιαλτική για την μάνα μου απόφαση του. Είχε  κάνει της είπε δεκτή την απόφαση εκείνου του  συμβουλίου που είχε οριστεί εκτάκτως για τα θλιβερά γεγονότα εκείνης της ημέρας, και για το δικό μου ξεπάστρεμα. Είχε πάρει από τις πρώτες μέρες μεγάλη έκταση το θέμα το δικό μου. Το κλάμα μου τούς είχε γίνει μεγάλος βραχνάς  έβλεπαν και τους καπνούς να υψώνονται πάνω από το βελανιδοδάσος από τα καμένα χωριά που σκοτείνιαζαν τον τόπο και τους έπιανε η απελπισία, πήραν την απόφαση, εκείνη την η μέρα γιατί έπρεπε να δοθεί κάποιο τέλος, για να μην χαθούν τόσοι κάτοικοι του χωριού.

  Είχαν πείσει  τον πατέρα, να με παραδώσουν σ’ εκείνη την επιτροπή κ’ εκείνοι  θα φρόντιζαν  για τον θάνατό μου. Τον τρόπο της παντοτινής μου σιωπής θα τον αναλάμβανε με την συγκατάθεση του πατέρα, ένα μέλος της επιτροπής,  ο τρόπος της εξόντωσής μου ήταν να με απομώσουν, όπως έλεγαν τον τρόπο εκείνο δηλαδή κλείσιμο με την παλάμη του χεριού του το μικρό μου στόμα και τη μύτη κ’ εκείνο το μικρό στοματάκι με την γλώσσα την τρεμάμενη από το κλάμα, δεν θα  ξανακούγονταν πια. Κ’ ένας άλλος τρόπος βούτηγμα και πιέζοντας  το άσαρκο κορμάκι μου σε κάποιο απόμακρο μέρος μέσα στη λίμνη που θα κρατούσε λίγα δευτερόλεπτα, θ’ ακολουθούσαν  λίγες φυσαλίδες της τελευταίας μου αναπνοής μέσα στο νερό, και μετά σκέπασμα με λίγο χώμα σε κάποια μικρή  λακκούβα  που θα την είχαν σκάψει από νωρίς όπως τα συμφώνησαν, κ’ όλα εκείνα θα τελείωναν και θα έβρισκε ο τόπος την ηρεμία του.

  Κι’ ας έσκουζε η μάνα κι’ ας της άφηναν την αγκαλιά της έρημη και κρύα  κ’ ας έπαιρνε τρελαμένη εκείνο το λόγγο, ψάχνοντας με την καρδιά της κομματιασμένη από πόνο, να ματώνεται, και να πονάει, παραμερίζοντας εκείνο το άγριο ρουμάνι, μήπως και με βρει κάπου θαμμένο και σκεπασμένο   σε κάποιο ξέφωτο. Για κείνους κι’ ο πατέρας μαζί, σαν καλοί πατριώτες  θα είχαν κάνει το καθήκον τους βάζοντας παν  από όλα τους ανθρώπους του  χωριού μας, κι’ ας πήγαινε στον αγύριστο εκείνο το πεινασμένο κλαψοπούλι.                                    ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

 

4

 


 

 

  << Τι έκαμες εκεί μωρέ  που να σου πέσουν τα χέρια από κακό σαπίτι,* αν έκαμες κάτι τέτοιο. να πας να πνιγείς καλύτερα>> Του είπε  η μάνα αν κι’ ανήμπορη  γυναίκα  από τη λεχωνιά  έγινε έξαλλη όταν άκουσε τα φρικτά εκείνα λόγια του πατέρα να της λέει πως πρέπει να παραδώσουμε το παιδί στην επιτροπή κ’ εκείνοι θα κάνουν το καθήκον τους για το καλό του χωριού μας. <<Για ποιο καθήκον μου λες μωρέ άχρηστε >> του φώναξε, όσο δυνατά μπορούσε <<Τι το περάσατε μωρέ ελεεινοί, αρνί είναι να σας το δώσω να το σφάξτε, τότε να τους προσκαλέσεις να έρθουνε  να σας τραπεζώσω και να βρεις καλό  γλυκό κρασί να τους κεράσεις κ’ όλας από ευχαρίστηση . Στο λέω να το ξέρεις, αν αυτό που σκιάζεστε δεν το κάνουν  οι Ιταλοί, εγώ τότε θα βάλω φωτιά να κάψω και τις επιτροπές σας, και τις καλοσύνες σας! Θα σας ψήσω όλους ζωντανούς  και δεν θα σας γλυτώσει ούτε το πέλαγο, ούτε και το ποτάμι ακόμα αν μου πειράξτε το παιδί, εγώ το γέννησα και δεν το’ χω να ξέρετε για ξέκαμα.>> Οι φωνές της μάνας αναστάτωσαν τους κοντινότερους γείτονες κι’ έτρεξαν κοντά της προσπαθώντας να την καθησυχάσουν να μην ακούγονται η απελπισμένες φωνές της. Τα παιδιά έβλεπαν το ξέσπασμα   της μάνας και τα μικρότερα είχαν βάλει κ’ εκείνα τα κλάματα χωρίς να καταλαβαίνουν τι ακριβώς συνέβαινε.

  Ο πατέρας ταπεινωμένος, και χολιασμένος ξεκίνησε να βρει εκείνα τα άτομα της επιτροπής για να πάρει τον λόγο του πίσω, τον γύρισε  τότε η μάνα και του είπε νευριασμένη και κάτωχρη απ’ το κακό της. <<Το λόγο που έδωσες να μην τον πάρεις πίσω και  να καθίσεις εκεί που κάθεσαι να μαζέψεις τα παιδιά, κ’ εγώ θα φύγω για το χωριό κι’ ας καώ ζωντανή μαζί με τούτο.>> Άνοιξε τότε τα φτερά της ο γλυκός μου εκείνος  άγγελος με σκέπασε  στοργικά μες στη ζεστή την γλυκιά του αγκαλιά και ξεκίνησε λίγο πριν το σούρουπο  της ημέρας για το χωριό. Ξεσηκώθηκαν  τα παιδιά μαζί με τον πατέρα και παρά της αντιρρήσεις της γιατί δεν ήθελε να τα εκθέσει σε κίνδυνο από φόβο πως οι ιταλοί θα έκαιγαν και το δικό μας το χωριό και θα πήγαιναν χαράμι κ’ εκείνα.

  Κανένα δεν θέλησε να μείνει με τον πατέρα σ’ εκείνο τον τόπο, γιατί ένιωθαν ποιο προστατευμένα κοντά της και ακολούθησαν την μάνα. Ο δρόμος της επιστροφής για το χωριό ήταν Γολγοθάς για κείνους ένα μονοπάτι δύσκολο ανηφορικό και δύσβατο που είχε δημιουργηθεί τις ημέρες εκείνες για να πάνε να τρυπώσουν μέσα σ’ εκείνη την ζούγκλα, μέχρι που έφτασαν στο κόκκινο στεφάνι. Από το μέρος εκείνο και πάνω το μονοπάτι άνοιγε γιατί το χρησιμοποιούσαν οι ΣΚΟΥΡΤΙΑΝΙΤΕΣ  για τα ζώα  τους για το μάζεμα του βελανιδιού και να μεταφέρουν νερό από το πηγάδι ΑΒΑΚΟΣ.                                              ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ

                                                                            5


 

 

 

 

  Όσο απομακρύνονταν και πλησίαζαν προς το χωριό τόσο ποιο πολύ ο φόβος τους μεγάλωνε και η διαδρομή  τους είχε γίνει τρανός εφιάλτης, στο μυαλό της μάνας και του πατέρα ο κάθε θόρυβος, ακόμα και τα βήματά τους τους προκαλούσαν τρόμο γιατί δεν ξέρανε τι θα συναντούσαν στο δρόμο τους. Φαντάζονταν πως από κάπου και σε κάποια στιγμή θα ξεπετάγονταν μπροστά τους κάποια ιταλικά μπλόκα και θα τους γάζωναν με τα οπλοπολυβόλα τους και θα πήγαιναν εκείνοι και τα παιδιά τους χαμένα. Προσπαθούσαν να αποφεύγουν τον κεντρικό δρόμο και λοξοδρομούσαν συχνά από μονοπάτια που γνώριζαν καλά και απέφευγαν λάκκες, και χώρους ανοικτούς όπως το ύψωμα τα’ αϊ Γιάννη του θεολόγου στην κορυφή του βουνού που ήταν και το συντομότερο μονοπάτι για το χωριό. Δεν θέλησαν να το κατηφορίσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Ιταλούς γιατί το μέρος εκείνο φαίνεται πεντακάθαρα από την πλατεία και από το περισσότερο μέρος του χωριού.

  Ο τόπος  που γεννήθηκε η μάνα ο τόπος που αγάπησε και τον περπάτησε από παιδί μύριες φορές, εκείνο τον καιρό όλα τότε είχαν αλλάξει, τον ένιωθε ξένο, τον σκιάζονταν, της κόβονταν η ανάσα και το σπίτι ακόμα που μάζευαν δεκάρα, δεκάρα με τον πατέρα να το χτίσουν με τόσες και τόσες κακουχίες όσο πλησίαζαν της προκαλούσε κ’ εκείνο φόβο.

  Μετά από πολλά δεινά και με την ψυχή στο στόμα περνώντας μέσα από πουρνάρια κι’ ασφακερά σημεία, με τον πατέρα να κουβαλά στους ώμους του τρικοκάβαλα** τα κουρασμένα από την ανηφόρα μικρότερα μου αδέρφια. Έφθασαν στη θέση Άγιοι Ανάργυροι αποφεύγοντας κ’ εκείνη τη λάκα, και κατηφόρισαν με προφυλάξεις προς την τοποθεσία ΚΟΜΑΤΣΟΥΛΙΑ  για να φτάσουν ποιο γρήγορα στο σπίτι μια και ήταν και το προ τελευταίο στο χωριό κοντά στη ράχη Λίμπες.

  Από τη θέση ΚΟΥΜΑΤΣΟΥΛΙΑ και σε απόσταση περίπου πέντε  χιλιομέτρων είδαν το χωριό Πρόδρομος να  καίγεται. Από το μέρος εκείνο  είναι  το  μοναδικό σημείο που το χωριό εκείνο φαίνεται πεντακάθαρα. Οι λόγγοι και οι ρεματιές της γύρω περιοχής ήταν γεμάτοι  από καπνούς που έμοιαζαν σαν τις καταχνιές από τα απόβροχα πρωινά  του φθινοπώρου, μαύρισε η ψυχή τους κι’ ο φόβος τους μεγάλωσε ποιο πολύ ακόμα, με τη σκέψη πως σε λίγο θα βλέπανε και το δικό μας το χωριό να έχει  την ίδια  μοίρα, γιατί έβλεπαν μαύρους καπνούς να υψώνονται από τα δυτικά προς το μέρος του χωριού μας.  Ως τόσο έκαναν κουράγιο και προχώρησαν για να βρεθούν  στη θέση λίμπες. 

                                               ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

 

6

 

 

   Την ώρα που άρχιζε για τα καλά το θάμπωμα και να αντικρίσουν από το σημείο εκείνο την εφιαλτική εικόνα της μαχαιράς που καίγονταν ακριβώς εκείνες τις  ώρες. Ο κάμπος κ’ όλα γύρω ντουμανιασμένα από καπνούς, και η μυρωδιά του καμένου έφτανε μέχρι εκεί που βρισκόμαστε, -βραδιάτικη νίλα που θύμιζε κόλαση. <<Χριστέ μου ωχ Χριστέ μου δεν έβγαζαν  το ξορκισμένο μες στο λαιμό τους  καλύτερα, και να μας άφηναν ήσυχους, τη λύσσα είναι αυτή που  τους έπιασε και πάνε να ξεπατώσουνε όλο  τον κόσμο.>> ¨φώναξε κλαίγοντας η μάνα κοιτάζοντας τα παιδιά και τον πατέρα. Τα παιδιά μικρά όπως ήταν δεν συνειδητοποιούσαν τη είχε γίνει και έδειχναν να απολαμβάνουν σιωπηλά το φρικτό εκείνο θέαμα.

 

 

  Ο πατέρας περνούσε κ’ εκείνος το δικό του βάσανο κάτασπρος από την στενοχώρια του με όσα έβλεπε γιατί σ’ εκείνο το χωριό δούλευε τα περισσότερα χρόνια, και σε πολλά από  τα σπίτια που καίγονταν είχε περάσει το κατώφλι τους με την τέχνη του μαραγκού, όλο και κάτι μαστόρεψε κ’ έφαγε ψωμί  η φαμίλια μας από τους  δυστυχισμένους ανθρώπους εκείνου του χωριού που έβλεπαν από μακριά  τα σπίτια τους να χάνονταιΕίχε και τις ενοχές που τον βασάνιζαν με την απόφαση που είχε πάρει για μένα και θεωρούσε τον εαυτό του ένοχο για  την ταλαιπωρία που τους ανάγκασε να φύγουν από την προστασία της ΜΠΡΟΥΚΟΥΒΝΙΑΣ.

   Προχώρησαν  λίγο ποιο κάτω για να δουν και στο δικό μας το χωριό τη γίνεται. Είδαν με ανακούφιση πως το χωριό μας δεν ήταν πειραγμένο ούτε και το απέναντι χωριό η ΜΠΑΜΠΙΝΗ είχε καεί ακόμα. Η μάνα μέχρι εκείνη την ώρα και σε όλη την διαδρομή μιλιά δεν είχε βγάλει  απ’ το πείσμα της για το φέρσιμο του  πατέρα, εκτός από το ξέσπασμα  όταν είδε την Μαχαιρά να καίγεται.

  Ούτε και το δικό μου κλάμα ξανακούστηκε σε όλη την διάρκεια της επιστροφής. Φαίνεται το  ταρακούνημα από το πολύ περπάτημα με είχε ρίξει σε βαθύ ύπνο πράγμα που  ανησύχησε την μάνα.<< Τι λες να κάνουμε τώρα. >> ρώτησε τον πατέρα. <<Να λημεριάσουμε κάπου εδώ και να πάμε το πρωί μόλις θα φέξη, σκιάζομαι και για τούτο το παιδί δεν το βλέπω να’ ναι  καλά απόψε.>> του είπε ανήσυχη. Η μεγάλη μου η αδερφή ήταν η ποιο ψύχραιμη κι’ από την μάνα ακόμα, και βοηθούσε  κ’ εκείνη γιατί είχαν κι’ άλλα πράγματα που κουβαλούσαν μαζί τους <<Πάμε μωρέ μάνα στο σπίτι μας μη μας πεθάνουν και τούτα τα μαυρόπαιδα απόψε.>> τους είπε. <<Αυτοί ότι ήταν να κάνουν το κάνανε,  ελπίζω να πάνε να κοιλορέψουν *** και να μας αφήσουν ήσυχους γι’ απόψε. Αύριο μόλις φέξη βλέπουμε τι θα κάνουμε, τόσος λόγγος είναι κοντά μας κάπου θα βρούμε να τρυπώσουμε.>>

                                                                ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

                                                                           7

 

 

   Το σπίτι από το σημείο που βρισκόμασταν σ’ εκείνο το ύψωμα ήταν αρκετά κοντά, πέτρα να πέταγες σου φαίνονταν πως η πέτρα  θα έφτανε  μέχρι τα κεραμίδια του σπιτιού μας.  Μας πήρανε και γυρίσανε στο σπίτι παγωμένοι από φόβο, για να περάσουν η γονείς και τα’ αδέρφια μου μια νύχτα δύσκολη ταραγμένη με τον φόβο πως την άλλη μέρα δεν θα μας έβρισκε το ξημέρωμα.

 

  Ρισκάροντας  τη ζωή τους  έτοιμοι να θυσιαστούν  και  να γίνουν παρανάλωμα από των Ιταλών τους εμπρησμούς μέσα στο ίδιο μας το  σπίτι. Κ’ όλα εκείνα για ένα  μωρό  παιδί είκοσι επτά  ημερών άσιτο,  σκελετωμένο, ένα μωρό ίσα με μια χούφτα,  που τα κόκκαλα του ήταν κολλημένα στην πέτσα του κορμιού του από την πείνα. Για κείνο το μωρό πάλεψε με όλες τις δυνάμεις της η μάνα  με βάσταξε στη ζωή εκείνες τις δύσκολες ημέρες, και με γλύτωσε από το θάνατο.

   Η επόμενη μέρα,(9 Μαΐου) ήταν  ημέρα αισιοδοξίας, εξαιρέθηκε η ΣΚΟΥΡΤΟΥ και τα υπόλοιπα γύρω χωριά της περιοχής από την καταστροφική μανία των Ιταλών. Ούτε και θύματα υπήρξαν στο χωριό μου. Εκτός από κάποιο αθώο Γαϊδουράκι, που κατά τύχη σκοτώθηκε από το βλήμα κάποιου όλμου, την ώρα που έβοσκε αμέριμνο κοντά στα ερειπωμένα εξωκλήσια της αγίας Σωτήρας, και αγίου Νικολάου, στα ριζά του λόφου Παλιόκαστρο.

   Κάτω ακριβός από το εκκλησάκι του αγίου Ιωάννου του θεολόγου, που γιόρταζε την ημέρα εκείνη 8 Μαΐου 1943. Ακριβώς την ημέρα της επιστροφής μας στο σπίτι. Επειδή  θεωρήθηκε  πως ήταν θαύμα  του αγίου  και προστάτεψε το χωριό μας  από την οργή των Ιταλών. Από τότε εκείνη την ημέρα τιμούν τη μνήμη του αγίου, με δοξολογία και πανηγύρι δύο ημερών.

  Κ’ ένα άλλο θαύμα συντελέστηκε  την ίδια βραδιά, που αφορά τη δική μου τη ζωή. Ένα θαύμα της φύσης απίστευτο, υπέροχο. Αν και πεινασμένη η μάνα ξενυχτισμένη, και ταλαιπωρημένη απ’ όσα έζησε την βραδιά εκείνη. Να έχει την έγνοια μου, να έχει τον φόβο της και για τ’ άλλα τα παιδιά. Να συντροφεύει και τον πατέρα κάποιες στιγμές, που πέρασε  άυπνος, έξω στα σκαλοπάτια του σπιτιού. Να μας φυλάει από τον κίνδυνο εκείνης της βραδιάς, και αγναντεύοντας με στενοχώρια  το κάψιμο της Μαχαιράς. Και  νάτο  το θαύμα.

   Κοντά στο ξημέρωμα της ημέρας, επέστρεψε το γάλα  της μάνας. Κατεβασιά από γάλα στα στήθη της που μπορούσε να θρέψει άλλα δυο παιδιά ακόμα. Και με τάιζε η μάνα και με χόρταινε αγάπη,  γέμισε η πεινασμένη κοιλιά μου από το γάλα της, που τόσες μέρες  το στερήθηκα. Και ρόδισα, το πήρα  απάνω μου και γέμιζε το κορμάκι μου ψαχνό. Κ’ άρχισα να ανταποκρίνομαι  σ’ εκείνο το θαύμα που λέγεται –ΜΆΝΑ- Με τα  γαλιουρισματά μου με χαμόγελα και με χαρούμενες αδέξιες κινήσεις, που προσπαθούσα ν’ αγγίξω το γλυκό της το πρόσωπο.

                                                        ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

 

8

 


 

 

 

 

 

 

  Με εκείνο τον τρόπο ανταποκρινόμουνα σε κείνα τα χάδια της, στις κουβεντούλες της, στο γλυκό της το ντάντεμα.  Αν και κάτω από τον φόβο του Ιταλού δυνάστη, άρχισε το χωριό να γεμίζει από κόσμο. Γύρισαν οι άνθρωποι στα σπίτια τους και ρίχτηκαν ξανά στις δουλειές τους. Έβγαιναν και οι Ιταλοί στα χωριά και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι κ’ άρπαζαν  την χαψιά της φτώχιας μέσα από το στόμα της, για να περιδρομιάζουν εκείνοι. Μάζευαν κάθε λογής τρόφιμα από το μόχθο τον χωρικών λάδια, τυριά, αβγά, κότες γουρουνόπουλα, ποτά και ότι  άλλο είχε ο καθένας από τρόφιμα  και τους τα παίρνανε  με το έτσι θέλω.

   Ξέπεσαν  μια μέρα και στο δικό μας το χωριό περίπου κατά τις δέκα το πρωί την ώρα που είχα ξυπνήσει κ’ η μάνα  ασχολιόταν  με το θηλασμό μου.  Άκουσε τρομαγμένες φωνές από γυναίκες  που φώναζαν <<φευγάτε φευγάτε έρχονται οι Ιταλοί>>. Σηκώθηκε  η μάνα κατατρομαγμένη και βγαίνει στην πόρτα να δει τι γίνεται. Βλέπει μια ομάδα από Ιταλούς με πολλά  από τα παιδιά της γειτονιάς να πηγαίνουν ξοπίσω τους από περιέργεια, για τους ξένους  στρατιώτες. Ήταν μόνο λίγα μόλις  μέτρα μακριά από το σπίτι μας. είχε ακούσει η μάνα στα τρία χρόνια της Ιταλικής κατοχής τόσα πολλά για κείνους, και τους μισούσε πολύ, κι’ ακόμα ποιο πολύ εκείνο το μίσος της μεγάλωσε όταν λίγες μέρες πριν με το κάψιμο της Μαχαιράς, έμαθε από τον πατέρα, πως κάψανε ζωντανό τον μπάρμπα της τον Θόδωρο Πουλή. Μέσα στο σπίτι του -ηλικιωμένο άνθρωπο-. Έμαθε πως σκότωσαν μαζί με κείνο και τόσους άλλους αθώους ανθρώπους σ’ εκείνα τα χωριά που έκαψαν.

   Αλλά και ο φόβος της έγινε ακόμα ποιο μεγάλος όταν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με κείνους τους φονιάδες, που  εκείνη τη στιγμή βγήκαν  οι αναθεματισμένοι για πλιάτσικο. Την έπιασε πανικός τη μάνα και δεν ήξερε τι να κάνει. Τα παιδιά  να κλαίνε η μεγάλη μου η αδερφή  τραβούσε τη μάνα από τη ζακέτα της και φώναζε και παρακαλούσε. <<Να Πάρουμε μάνα τα παιδιά και  να φύγουμε από δω>> της έλεγε. <<Που να πάμε κοπέλα μου έτσι και κάνουμε πέρα αυτοί θα μας ξεπαστρέψουν όλους μας  >> της είπε.

  Θυμήθηκε η μάνα πως μέσα στο σπίτι υπήρχε μια δίκοπη κάμα  σε μέγεθος μεγάλου χαντζαριού να βρίσκεται εκτεθειμένη πάνω στο τραπέζι του σπιτιού μας. Γνώριζε η μάνα πως οι Ιταλοί απαγόρευαν να υπάρχουν όπλα στα σπίτια και δεν συγχωρούσαν τέτοια παρανομία. Προλαβαίνει και τη βάζει μέσα στην κούνια μου και με ξαπλώνει πάνω στη δίκοπη χαντζάρα και με σκεπάζει όπως όπως με τα ρουχαλάκια μου. Μόλις πρόλαβε κ’ έριξε κ‘ ένα σκέπασμα πάνω στην κούνια και με κουκούλωσε μ’ εκείνο.

                                                           ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

                                                                              9

 

 

     Άκουσε κτυπήματα στην πόρτα, την στιγμή που σκέπτονταν η μάνα να την ασφαλίσει με το σύρτη να βάλει και την πλάτη της ακόμα για εμπόδιο. Δεν το έκανε, ήξερε πως  με δυο κλωτσιές η πόρτα του σπιτιού μας θ’ άνοιγαν και τα δυο της  τα φύλλα διάπλατα. Άνοιξε η μάνα και μ’ ένα φοβισμένο προσποιητό χαμόγελο, και τους καλωσόρισε. Ήταν  πέντε οπλισμένα άτομα. Μπήκαν οι τρις μέσα στο σπίτι, και οι άλλοι δυο  έμειναν  έξω στην αυλή παρέα με τα παιδιά που τους ακολουθούσαν, εποπτεύοντας την γύρω περιοχή, και έδειχναν  να θαυμάζουν από το ύψος εκείνο την όμορφη εικόνα του χωριού μας και την γύρο περιοχή.

 

  Οι άλλοι τρις με τον ένα  να μιλά σπαστά Ελληνικά να λέει στη μάνα, πως ο λόγος της επίσκεψης τους ήταν να μαζέψουν τρόφιμα. Οι άλλοι δύο με τον έναν από εκείνους να είναι ο Αρχηγός της ομάδας έριχναν ερευνητικές ματιές μέσα στο χώρο του σπιτιού, να δούνε τη μπορούσαν να αποκομίσουν από εκείνη τη φτώχια.

  Είδαν ένα σπίτι άδειο  αταβάνωτο Με ένα μικρό τραπέζι χωρίς καρέκλες, χωρίς έπιπλα, άδειοι τοίχοι ασοβάντιστοι με τα δύο από τα τρία παράθυρα του ενός δωματίου να είναι με ξερολιθιά χτισμένα. Και για κρεβάτια, ψάθες, και σαέσματα στρωμένα,  από τη μια και την άλλη μεριά του τζακιού, που έδειχνε  πως εκεί  κοιμούνται οι άνθρωποι του σπιτιού κατάχαμα τα βράδια.

   Ρώτησαν για τα παράθυρα γιατί ήταν χτισμένα με πέτρες, τους απάντησε  πως ήμαστε φτωχοί και δεν έχουμε χρήματα ούτε για να ζήσουμε γι’ αυτό δεν βάλαμε παράθυρα ακόμα . Είδαν την  κούνια μου στην άκρη του τζακιού και ρώτησαν πάλι την μάνα τη έχει εκεί μέσα. <<Το παιδί μου>> τους είπε,  έτοιμη να σωριαστή λιπόθυμη από το φόβο της γιατί το μυαλό της πήγε αμέσως σ’ εκείνο το δίκοπο Μαχαίρι <<αν το βρούνε τι θ’ απογίνουμε>>  έλεγε μέσα της, και πολλά κακά έβαλε στο νου της. Της έκανε νεύμα ο Ιταλός, και ξεσκέπασε η μάνα την  κούνια. Και κάτω από το σκέπασμα εκείνο, ένα μικρό προσωπάκι  πρόβαλε, με δυο ματάκια λαμπερά να έχουν καρφωθεί  επάνω σ’ εκείνο τον Ιταλό που έδειξε έκπληξη, και συγκίνηση ταυτόχρονα όταν με είδε, λέγοντας στους άλλους  και γελώντας από ενθουσιασμό –ΠΊΚΟΛΟ, ΠΊΚΟΛΟ-

  Εγώ όπως μας έλεγε η μάνα  έστρεψα το πρόσωπο μου στο πλάι μ’ ένα ντροπαλό χαμόγελο και ξανά γύρισα και τον κοιτούσα στα μάτια. Εκείνο το κοίταγμα με το παιδικό αθώο χαμόγελο συγκίνησε εκείνο τον άνθρωπο. Άπλωσε το χέρι του  και μου χάιδεψε το πρόσωπο. Έκανε τότε νόημα στους άλλους κ’ ετοιμάστηκαν  ν’ αποχωρίσουν. Η Μάνα παρ’ όλο που ήταν σε κατάσταση κατάρρευσης βγήκε για λίγο έξω και επέστρεψε με ένα ολόγιομο πιάτο με ολόφρεσκα αυγά και τους τα πρόσφερε. <<Δεν έχω τίποτε άλλο να σας  δώσω>> Τους είπε. Δεν τα πήραν. Είπαν στη μάνα πως τα έχουν ανάγκη  τα παιδιά της και έδειξαν την κούνα μου σα να της έλεγαν πως το μωρό θέλει φαΐ να μεγαλώσει.

                                                                   ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

 

10

 

 

 

 

 

 

 

  Φύγανε να πάνε στο παραπάνω σπίτι που ήταν και το τελευταίο σπίτι του χωριού. Είχαν ξεκινήσει  από εκείνη τη γειτονιά για να είναι ποιο εύκολη η μεταφορά των προϊόντων που θα συγκέντρωναν λόγω κατηφόρας.

   Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά και γύρισαν τρέχοντας τ ’ αδέρφια μου που είχαν ακολουθήσει τους Ιταλούς  μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά να πούνε στη μάνα πως οι Ιταλοί είχαν αγριέψει και ζητούσαν αυγά από την γειτόνισσα τη θεία Καλλιρρόη. Την φώναζαν, την έσπρωχναν  με βία, και την απειλούσαν  με το πιστόλι πως θα την σκότωναν. –δείχνοντας με τον τρόπο εκείνο την απάνθρωπη συμπεριφορά τους.

  Η φτώχια εκείνης της οικογένειας ήταν χειρότερη κι’ από τη δική μας την κατάσταση που ζούσαν τότε οι γονείς μου. Που να τα έβρισκε η γειτόνισσα εκείνα που ήθελαν… Ούτε ψωμί να φάνε δεν είχανε οι άνθρωποι.

  Της έκοψε το μυαλό της μάνας μου τότε, δίνει ένα άλλο πιάτο με τα ίδια αυγά στα παιδιά και τα πήγανε στους Ιταλούς. Τα πήραν  τότε και  άφησαν την γυναίκα ήσυχη. Έφυγαν οι Ιταλοί και δεν ξαναγύρισαν. Πέρασαν και οι Γερμανοί απ’ τον τόπο μας με όλα τα κακά που έπραξαν, κ έφυγαν και κείνοι…

  Εκείνα που δεν έφευγαν και ρίζωσαν  και θέριευαν  σαν τα βάτα τα’ άγρια,  κι’ απλώθηκαν και  τύλιξαν το μυαλό την καρδιά και την ψυχή του Πατέρα μου ήταν οι ενοχές του. Πως μπορούσε να ξεχάσει έλεγε  το φέρσιμο του να με προσφέρει θυσία σαν τον Αβραάμ λες και ήμουνα  περίσσευμα. Πως να ξεχάσει και να απαλλαγή από εκείνο το Ακανθωτό βάτο των τύψεων, που όσο κ’ αν προσπαθούσε ν’ απαλλαγή από κείνο, αγκιστρώνονταν γδέρνονταν, μάτωνε, πονούσε η ψυχή του, και μπερδεύονταν ακόμα περισσότερο.

 Για ν’ απαλλαγή και να καθαρίσει ο τόπος από δαύτα χρειάζεται δηλητήριο . Και  το φάρμακο για τον πατέρα που του μέρωνε την ψυχούλα του ήταν  το δηλητήριο που  λέγετε  ούζο και ποτιζόταν μ’ εκείνο για να ξεπλύνει  τον πόνο που είχε μέσα του, και να αποβάλει τις ενοχές του. Γύριζε τα βράδια  απ’ τη δουλειά του, κάθονταν  στα μαγαζιά του χωριού λίγο για ξαπόσταμα. Αντάλλαζε καμιά κουβέντα με τους χωριανούς μας έπιαναν τα κεράσματα, και μετά άρχιζαν τα τρικλίσματα. Τον έφερνε  η συντροφιά του κάθε φορά,  πότε τρία πολλές φορές και τέσσερα άτομα. Έφταναν κάπου κοντά στο σπίτι τρικλίζοντας κ’ εκείνοι. <<τώρα αφήστε με. >>τους έλεγε <<Θ’ έρθει το παδί 

                                                                            ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

                                                                                     11


 

 

 μου να με πάρει>>.  Έβαζε τις κουρασμένες του παλάμες κοντά στα χείλι του και φώναζε όσο ποιο δυνατά  μπορούσε  τ’ όνομα μου.

 

 Εκείνο το κάλεσμα του πατέρα δεν ήταν για  μένα  απλά μια  φωνή, ήταν ένα δυνατό, επίμονο, πικρό κλάμα, που έβγαινε με πολύ πόνο μέσα απ’ τα κατάβαθα της ψυχής του. Μου Έδωνε τότε το φακό η μάνα,  το φακό με την πλακέ την πλάκα την κόκκινη, και το οβάλ μεγεθυντικό χονδρό γυαλί.  <<Άιντε, παιδάκι μου τράβα και πάρε τον πατέρα σου, σκαστό θα μας τον φέρουν καμιά βραδιά. -Το δικό σου βάσανο θα τον φάει >> μου είπε κάποια φορά η μάνα.  Έτρεχα μέσα στη νύχτα παίζοντας με την φωτεινή δέσμη του φακού κι’ όταν έφτανα σιμά , μ’ έσφιγγε με στοργή στην αγκαλιά του, δεν ήταν όμως αρκετό για τον πατέρα  τ’ αγκάλιασμα. <<Να κράτα>> μου έλεγε και μου έδωνε την  μαγκούρα του και άρχιζε ν’ αδειάζει μια μια τις τσέπες του.  Ένιωθε πως με κείνο τον τρόπο  εξιλεώνονταν από τον πόνο  που τόσο πολύ τον βασάνιζε.

  Μου γέμιζε την τσεπούλα μου λογιών, λογιών καραμέλες, και μια  σοκολάτα που την κρατούσε κάθε φορά για έκπληξη γιατί ήξερε πως η τσοκολάτα όπως την έλεγε, ήταν η αδυναμία μου. Με φυλούσε μ’ αγκάλιαζε σφιχτά  και προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα.

  Είχε πιάσει τα εξήντα επτά του χρόνια ο πατέρας. Κουρασμένος και γερασμένος,  είχε και εκείνη τη ριμάδα τη στένωση που τον ταλαιπωρούσε από πολλά χρόνια πριν, ανέβαινε ασθμαίνοντας, κοντοστεκόμασταν για λίγο και με δυσκολία έβγαζε την ανηφόρα.

   Εγώ μόλις επτά χρονών παιδάκι προσπαθούσα να τον στηρίξω, και να τον ισορροπήσω από το τρίκλιζμα, μέχρι που φτάναμε στο σπίτι μας. Το φάρμακο που επέλεξε ο πατέρας μου για το γιάτρεμα από τις ενοχές του, το ίδιο εκείνο φάρμακο τον σκότωσε. Του κατάκαψε τα σωθικά του και του έκοψε το νήμα της ζωής του λίγα χρόνια μετά από κύρωση του ήπατος.

    Η μάνα είχε τα δικά της βάσανα εκείνα τα χρόνια για το μεγάλωμα τον παιδιών της. Μετά τους Ιταλούς τους Γερμανούς και τα αντάρτικα, ήρθαν  κάπως καλύτερες μέρες. Πάντα μας μίλαγε για τις εποχές του πολέμου και της τυραγνίας, και τ’ ακούγαμε όλα εκείνα τα περασμένα σαν ένα αλησμόνητο εφιαλτικό παραμύθι. Και πάντα το γύρο έφερνε για το μέρος που λέγεται ΜΠΡΟΥΚΟΥΒΝΙΑ.

   <<Δεν θα ξεχάσω όσα τραβήξαμε εκείνες τις μέρες μέσα σε κείνο τον έρμο τον τόπο>> μας έλεγε η μάνα << δεν μου φεύγει απ’ το μυαλό  το κλάμα και η κατάντια σου  παιδάκι μου. Μου φαίνεται πως το κλάμα σου τ’ ακούω ακόμα και σήμερα, και μου ραγίζει  την καρδιά.>>. Το παιδικό μου κλάμα                                                               ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

 

12

 








 πού ήταν   βαθιά ριζωμένο μέσα στο μυαλό της μάνας, είναι το ίδιο ακριβός κλάμα που ακούγονταν και θ’ ακούγετε κάθε φορά από σκελετωμένα και εξαθλιωμένα παιδιά από την  πείνα  σε πολλά μέρη του κόσμου για λίγο γάλα η για ένα κομμάτι ψωμί. Είναι το ίδιο κλάμα των πεινασμένων παιδιών  της  Ελλάδας εκείνους τους ματωμένους καιρούς. Των παιδιών της Μπιάφρας, της Αιθιοπίας, της Αφρικής  και των παιδιών της κάθε προσφυγιάς. Και ευχόντανε και μακάριζε η μάνα να μην ξανά ακούγονταν άλλο παιδικό κλάμα  να σταματούσε  ο πόλεμος πάνω στη ΓΗ. Και να άνθιζε για πάντα στα χείλη των παιδιών το χαμόγελο…

 

 

 

*Δηλητηριώδες φίδι

**Καβάλα στους ώμους

** *Φρικτούς κοιλιακούς πόνους και συχνή δυάρια   ΠΈΤΡΟΣ .Κ . ΠΟΛΎΖΟΣ 

                                                                                      13

 

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή στις κατηγορίες νέων

Eπισκέψεις
To δικτυακό μας τόπο έχουν επισκεφθεί 299662 φορές 37587 μοναδικοί επισκέπτες.
Τοποθεσία

Δείτε την ακριβή θέση των γραφείων του συλλόγου και του Βελανιδοδάσους Ξηρομέρου σε Google maps
Χορηγοί

©2009 Σύλλογος Φίλων της Βελανιδιάς και Περιβάλλοντος ΑΜΑΔΡΥΑΔΑ
Web developement & design: QV-WEB